Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΔΕΚΑ ΤΟ ΚΑΛΟ



ΤΟ  ΔΕΚΑ ΤΟ ΚΑΛΟ
 Του Ιωάννη Ψάρρα
Έπρεπε να γράψει, να γράψει κάτι, ένα διήγημα, ολίγες λέξεις.
Παραγγελία ήτανε , από περιοδικό που πουλούσε, που είχε κίνηση.
Δια τον επιούσιον.
Πρώτα όμως έπρεπε να περάσει την αντίδραση , τη βαρεμάρα  του.
‘Πως μπλέχτηκα έτσι’, έλεγε και ξανάλεγε, ‘πως μπλέχτηκα’.
‘Αυτή η λευκή σελίδα μπροστά  μου, σα λευκό κελί, σαν αντάρτης πόλεων νοιώθω, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σα τον Μπάαντερ , που τον πιάσανε οι Δυτικογερμανοί και τον κλείσανε σε ένα κελί λευκό, ολόλευκο, να τρελαθεί μια και καλή και μετά να τον αυτοκτονήσουν.
Τον πόνεσε η ψυχή μου’.
Ο Μπάαντερ στη φωτογραφία, με τη μακριά μαύρη γενειάδα του, ισχνός, κάτισχνος απ’ την απεργία πείνας, λείψανο, με το βλέμμα καρφωμένο εκεί-που; -μακρινό  βλέμμα, μαύρο βλέμμα, το τελευταίο, το ίδιο όμως με το άλλο τελευταίο μακρινό, μαύρο βλέμμα του Τσε.
Τα βλέμματα του τέλους.
Του τέλους των μελαχρινών.

‘Περίεργη που είναι η μνήμη’, σκέφτηκε.
Η παραγγελία, η άδεια σελίδα, η ανάμνηση μιας φωτογραφίας, εκεί επάνω στο λευκό χαρτί, μια εποχή, μια εποχή  που την έζησε σα δικιά του, που ήταν δικιά του, που ο χρόνος της ήταν και δικός του χρόνος.
Σηκώθηκε, κοίταξε έξω, δεν κατέγραψε κανένα τοπίο, το μυαλό του  λευκό, μόνο κάτι σκέψεις ήρθανε, έτσι απρόσκλητες, μαζί με ένα αίσθημα γλυκιάς μελαγχολίας:
‘ Δεν περνάνε τα  χρόνια, ποτέ.
Είναι εδώ.
Εδώ , στην ιστορία του σώματος’.

Το περιοδικό ήταν αθλητικό.
Πήγε στην ώρα του, στις έξι το απόγευμα στο τέρμα της Συγγρού, στον τρίτο όροφο.
Του άνοιξε μια ψηλή , αδύνατη που, αφού διασχίσανε μαζί ένα μικρό διάδρομο με μια κόκκινη μοκέτα, τον οδήγησε  στον αρχισυντάκτη.
Αυτός  μόλις τον είδε να μπαίνει , ανασηκώθηκε λίγο και προτείνοντας το χέρι του είπε με χαρά.
‘Καθίστε, καθίστε’.
Ο τύπος ήταν λίγδα σκέτη , άλουστος και όλο πιτυρίδα, με αρκετά κιλά από την ακινησία και με ένα  μακό γκρι , καθόταν σε μια εκρού δερμάτινη πολυθρόνα , απαραίτητο στοιχείο όλων αυτών των καινούργιων γραφείων με τη γυάλινη περίφραξη και τους υπολογιστές γύρω –γύρω.
‘Θα πάρετε κάτι’;





‘Όχι ευχαριστώ , ανταπάντησε , κάνοντας ταυτόχρονα με μια εκπληκτική ταχύτητα την σκέψη : ‘ των ομματιών μου’ και κοίταξε ακριβώς από πάνω του τη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε το δειλινό του Σαρωνικού με τον ήλιο να πέφτει πίσω από την Αίγινα.
‘Θα μπω κατ’ ευθείαν στο θέμα’, είπε , λες και είχανε και τίποτ’ άλλο να πουν.
‘Τώρα που το γκρεμίσανε και το φτιάξανε καινούργιο, τώρα που έγινε στολίδι και που δε βρίσκεις πια εισιτήριο, γιατί οι γαύροι το γεμίζουνε και σε ματς κυπέλλου, με τον Ποσειδώνα Νέων Πόρων, ας πούμε, τώρα είναι η ευκαιρία να γράψεις κάτι καλό απ’ τα παλιά.
Ξέρεις εσύ, Πειραιώτης είσαι , άμα δε γράψει κι ένας Πειραιώτης για το Καραισκάκη ποιος θα γράψει, ο άλλος  που μεγάλωσε στη Τούμπα;
Το θέλω βέβαια σε δέκα μέρες, άντε δώδεκα το πολύ.
Έχω διαβάσει κι άλλα δικά σου.
Μ’ αρέσεις, μ’ αρέσει και το κόλλημα που έχεις με τον Πειραιά’.

Το ήξερε πια, οπουδήποτε και για οτιδήποτε μπορούσε να γράψει.
Αρκεί να μην τον έπιανε αυτή η βαρεμάρα.
Δεν τον ενδιέφεραν οι ‘κατάλληλες συνθήκες’.
Ποτέ δεν είχε στη ζωή του κατάλληλες συνθήκες.
 Είχε δέκα μέρες και μια λευκή σελίδα εμπρός του.
Είχε την αίσθηση ότι βυθίζεται σε άβυσσο.
Σε λευκή άβυσσο.
Σήραγγα; Πηγάδι;
Άρχισε να γράφει.
Το στήθος του ανεβοκατέβαινε, ίδρωνε, ζεστός, κρύος ιδρώτας.
Έτρεμε.
Του φάνηκε ότι μπήκε σ’ αυτό το λευκό φως που λένε ότι βλέπουν κάποιοι μετά από ατύχημα.
Μόνο που αυτοί το περιγράφουν σαν κάτι άνετο , ξεκούραστο και πάντα προς τα πάνω.
Το δικό του είχε μόνο οδύνη.
Και προς τα κάτω.
Έβαζε τις λέξεις μία-μία, δεν τον ενδιέφερε τίποτα, τίποτα, ούτε το θέμα, ούτε η παραγγελία, ούτε η φήμη, ούτε τα λεφτά.
Έβαζε λέξεις ασθμαίνοντας, οι λέξεις του φαινότανε σα να σχηματίζανε ένα σχοινί που θα τον πήγαινε μέχρι εκεί-που;- και που μετά θα τις κράταγε μία-μία και θ’ ανέβαινε, θ’ ανέβαινε, θα σωζότανε.
Από τι;
Καλά έγραφε τόσο καιρό σε μπλοκάκια.
Μια σπιθαμή ήτανε, μόλις τελείωνε η σελίδα, τελείωνε και το μαρτύριο.
Αυτά τα μεγάλα τετράδια με το σπιράλ στο πλάι-λαβύρινθος ίδιος- και την απόσταση, αυτή την απίθανη απόσταση μέχρι το τέλος, αυτά  την κάνανε τη ζημιά.




Έπαιρνε τη  μπάλα  απ’ τη μικρή περιοχή και πάντα απ’ τον Παναγιώτη τον Κελεσίδη, πέρναγε με ανάλαφρες κινήσεις τη σέντρα και ντριπλέρνοντας όποιον έβρισκε μπροστά του, έφτανε στον απέναντι τερματοφύλακα.
Απ’ έξω από τη μεγάλη περιοχή ακόμα , έβλεπε τον τρόμο στα μάτια του. Όσο τον πλησίαζε τόσο και πιο παγωμένο βλέμμα είχε- ο Οικονομόπουλος ήτανε πάντα, ο Τάκης-, του έκανε μια κλειστή τρίπλα με τ’ αριστερό, το καλό του πόδι, και τον έστελνε από την άλλη να ξαπλωθεί φαρδύς-πλατύς στο χόρτο.
Έμπαινε με τη μπάλα προς το τέρμα.
Τη σταματούσε πάνω στη γραμμή.
Γυρνούσε μετά προς το κέντρο του γηπέδου πατώντας την με τ’ αριστερό.
Κοιτούσε τον κόσμο, σήκωνε τα χέρια του ψηλά.
Ένοιωθε απ’ τα καρφιά των παπουτσιών ν’ ανεβαίνει ένα ζεστό ρεύμα που περνώντας πρώτα μέσα από το πόδι του γέμιζε όλο του το κορμί.
Έκαιγε ολόκληρος, δεν ήταν από τον ιδρώτα, το ήξερε, αυτό ήταν ‘άλλο’, το ‘άλλο’, το δικό του.
Το Καραισκάκη στα ουράνια.
Το ίδιο κι αυτός.
Με ένα τακουνάκι την πέταγε στα δίκτυα.

Αυτό το όνειρο το έβλεπε χρόνια τώρα.
Ήξερε και πιο βράδυ ήτανε κάθε φορά , ακόμα και αν δε το θυμότανε.
Εκείνο το βράδυ θα ’χε  στύση .
Πάντα.
Τις φορές που το θυμότανε, εκεί που το πίσω μέρος του παπουτσιού του χτυπούσε απαλά την μπάλα και ο ίδιος χωρίς να τη βλέπει την ένοιωθε να μπαίνει στα δίχτυα, πάθαινε ρεύση.
Πάντα.

Τώρα, τιμώμενο πρόσωπο πια, στη σουίτα του καινούργιου Καραισκάκη να βλέπει τον πρώτο επίσημο αγώνα της ομάδας για το Τσάμπιονς Λινγκ.
‘Εκεί δεξιά θέλει έναν Ελευθεριάδη, σκέφτηκε όπως έβλεπε από ψηλά και στα ζεστά τον αγώνα,  να πάρει και κανένα πόδι και μπροστά τον Τσαφ και τον Κρητικόπουλο.
Αυτό το Εθνικάκι, αυτό ήτανε.
Αυτούς τους παίκτες έπρεπε νάχει τώρα ο Ολυμπιακός.
Εκείνο το 3-3 με τον Παναθηναικό, τι ματσάρα..
Τρία γκολ ο Κρητίκαρος.
Κι όταν έπεσε κατηγορία , μαύρισε η ψυχή μου , κι όλος ο Πειραιάς το πόνεσε.
Και μετά Γ’ Εθνική.


Τον διώξανε τον Εθνικό, τον πουλήσανε, μόνο ο Ματζουράνης τούμεινε, να φωνάζει ‘Α ρε Εθνικάααρααα’, βραχνός κι αυτός πια απ’ τα χρόνια και τη θλίψη.’

Μύριζε τον ιδρώτα του.
Η αναπνοή του ήταν ήρεμη.
Σα να πήγαινε προς τ΄ αποδυτήρια, τα πίσω από το τέρμα που έβλεπε προς την Καστέλα.
( Τα γκολ του άρεσε να τα βάζει στο άλλο, αυτό προς το Μοσχάτο).
Τράβηξε τα λασπωμένα παπούτσια του και μαζί με τις κάλτσες τα πέταξε προς τη τσίγκινη ντουλάπα.
Έβγαλε το παντελονάκι και το σλιπ- ατθίς – τ’ άφησε να πέσουνε στο τσιμέντο.
Στο αριστερό του πόδι είχε ένα γδάρσιμο, από γερή ‘σκαριά’ , εκεί γύρω στο ογδοηκοστό λεπτό.
Τράβηξε την ερυθρόλευκη φανέλα με το δέκα στην πλάτη της και λερωμένη, ιδρωμένη, την πέταξε στον πάγκο, σ’ αυτόν τον γκρι-μπλε πάγκο.
Πήγε στα ντους.
Έφτιαξε το νερό νάναι χλιαρό. Μπήκε από κάτω.
Είδε όλες τις σκηνές.
Ότι θα σκουπιστεί, θα ντυθεί, με τα παιδιά θα έλεγε τι έγινε και τι δεν έγινε, θα έβγαινε από την πίσω πόρτα , αυτή κοντά στο βοηθητικό, σήμερα θα άφηνε το καινούργιο MG, δώρο του προέδρου, και θα πήγαινε όπως παλιά με τα πόδια μέχρι τη στάση, κάποιος ξεχασμένος οπαδός θα τον χτυπούσε στην πλάτη  παίρνοντάς του και τις τελευταίες δυνάμεις που του είχαν απομείνει, θα έστριβε αριστερά στο πέταλο, περνώντας κάτω απ’ τις κερκίδες, θ’ ανέβαινε τη γέφυρα πάνω απ’ τον ηλεκτρικό και θα περίμενε για λίγο το πράσινο.
Ο οδηγός θα τον αναγνώριζε, θα τον προσφωνούσε με το μικρό του, όπως τότε στο Χατζηκυριάκειο , στον Αργοναύτη , απ’ το τραντζιστοράκι του θ’ ακούγονταν τα τελικά αποτελέσματα των σημερινών αγώνων και τη φωνή του Βασίλη Λογοθέτη , του σπήκερ απ’ τη Θεσσαλονίκη , για το ντέρμπυ ΠΑΟΚ-Άρη.
Θα κατέβαινε στο τέρμα, στού Βρυώνη.
Θα έστριβε δεξιά και πάλι δεξιά , στη Τομπάζη.
Ο Άγιος Νικόλαος απέναντί του ακριβώς, με τις αρχαιοπρεπείς κολώνες του και τον τρούλο, με ανοιχτή τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του και αναμμένο τον κεντρικό πολυέλαιο ήτανε έτοιμος για τους γάμους της Κυριακής.
Κατέβηκε το πρώτο στενό αριστερά , την κατηφόρα.
Απέναντι από τις καμάρες ήτανε ένα ψηλό δίπατο σπίτι, βαμμένο στο χρώμα της ώχρας, με μπαλκόνι και μεγάλα  παράθυρα, που από μέσα έβγαινε ένα αχνό φως.



Τράβηξε το κλειδί από το τσεπάκι του παντελονιού προσέχοντας ταυτόχρονα να μη γλιστρήσει και ανέβηκε δυο μαρμάρινα σκαλιά. Μπροστά του μια μεγάλη δίφυλλη καφετιά πόρτα.
Έπιασε το αριστερό πόμολο, κρύωσε.
Το μάτι του έπεσε στο ρόπτρο, ένα χέρι κομμένο απ’ τον καρπό με ένα δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο.

Το κλειδί μεγάλο, μαύρο με τρεις εγκοπές στην άκρη του και ένα κύκλο στην κορυφή που έκλεινε εκεί ακριβώς που άρχιζε το κυρίως σώμα.
Το έβαλε στη μεγάλη σαν ανθρώπινη φιγούρα  τρύπα, το έστριψε μια προς τα δεξιά, άφησε λίγο χρόνο  και το γύρισε άλλη μια.
Έσπρωξε απότομα και μπήκε.
Την άκουσε να κλείνει με δύναμη.
Γύρισε τον διακόπτη, έναν μαύρο διακόπτη, κάτι σαν πεταλούδα με τη βίδα στη μέση, και ένα λευκό φως απλώθηκε στο μικρό χώρο αποκαλύπτοντας έναν σκονισμένο καθρέφτη και έναν καλόγερο, χωρίς τίποτα επάνω του .
Ανέβηκε τη ξύλινη σκάλα, που έτριζε σε κάθε βήμα .
Έφτασε στο πλατύσκαλο, μπροστά του η σάλα , το μεγάλο τραπέζι στη μέση με το κρυστάλλινο βάζο και δυο τούλινες μπομπονιέρες από βαφτίσια  μέσα, τις έξι καρέκλες βαλμένες με τάξη γύρω-γύρω, τον καναπέ απέναντι , με τη μεγάλη φωτογραφία από πάνω.
Κοίταξε έξω.
Από το μπαλκόνι φαινότανε κάτω τα  καρβουνιάρικα, οι μικρές ξύλινες παράγκες , που τώρα, τέτοια ώρα ήτανε κλειστά και πιο κει το λιμάνι με τα φορτηγά  πλοία.
Γύρισε ,είδε, τη μεγάλη τρίφυλλη λευκή πόρτα .
Κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Την άνοιξε αργά-αργά και με πολύ προσοχή.
 Όπως την έσπρωχνε το αχνό φως  της σάλας πέρασε πάνω από το δεξί φύλλο και η αντανάκλασή του στην επιφάνεια της  χτύπησε σε ένα ντιβάνι στην άκρη αριστερά της κάμαρας ,με ένα κόκκινο βαρύ πάπλωμα και μια γυναίκα με άσπρα μακριά μαλλιά φτιαγμένα σε πλεξούδες που πέφτανε δεξιά κι αριστερά, απ’ το ανασηκωμένο με δυο μαξιλάρια  κεφάλι της, ισχνή, κάτισχνη, με τα μάγουλα βαθουλωμένα και με το βλέμμα της μακρινό, μαύρο βλέμμα , να κοιτάει αριστερά στον τοίχο μια  πάντα με δυο ελάφια που τρέχανε.

-Νικήσαμε μάνα, νικήσαμε.