Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Ο ήχος του σώματος


                               Ο ήχος του σώματος

  Πρώτα ξαπλώνει ο αιθέρας, γαλάζιος από το δρόμο κιόλας.
  Μετά έρχεται το σώμα, με νοσταλγία. Δεν πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερος νόστος από την επιστροφή στο κρεβάτι.Μεγίστη και πριν ακόμη και από τον τροχό εφεύρεση των ανθρώπων.
  Πάντα είναι μεσημέρι, ένα μαυλιστικό , μυρωδικό, αραβικό μεσημέρι, με λυσιμελή αέρα, νωχελικό και ξυπόλυτο το σώμα αυτό, να άνηφορίζει στα σοκάκια τη χωματένια σιωπή του πριν μπει στην πόρτα.
  Πάντα ξύλινη , μ’ εκείνη τη μαύρη πετούγια να τρίζει.
  Δροσιά, εκείνη τη δροσιά που μυρίζει ώχρα, ασβέστη κι άχυρο.
  Λευκό σεντόνι, σκέτο.
  Λυγίζουν τα γόνατα, το δεξί χέρι κρατάει, τρίζει το ξύλο γλυκά, ήχος υποδοχής, φιλικός ήχος επιθυμίας, δεκτικός¨ καλωσόρισμα.
  Τα μέλη που αν τα ενώσεις φτιάχνουν τη Γη, δίνουν το σχήμα και βουλιάζουν αργά.
  Μια κλίση όλης της ύπαρξης και μια ασφαλής πτώση προς το βέβαιον κενόν, μ’ ένα άααχ που έρχεται από τη μνήμη την παλιά, πως το άλφα δεν είναι ούτε φωνήεν , ούτε σύμφωνο , είναι αέρας που ενώνει τα πάντα και το χι , θα ΄πρεπε να του έχει γίνει η τιμή να είναι το τελευταίο γράμμα στα αλφάβητα του κόσμου.
   Απλώνονται τα πόδια και τα χέρια απαλά αγγίζουν την κοιλιά.
   Ακούς πρώτα τα χρώματα.
   Την άλλη φορά είχε μείνει στο πορτοκαλί.
   Τώρα ένα απαλό πράσινο αναδύεται. Ο ήχος του είναι της καρδιάς. Απλώνεται παντού.
    Σηκώνεται μια και μετά πέφτει κι όπως ένα ματοτσίνορο, θορυβεί μες το απέριττο.
    Κάτι κόκκινο με σιωπές άμμου έρχεται από τα πέλματα.
    Ένα ιώδες από την κεφαλή, σαν φλοίσβος δειλινού στη Μύρινα, πάει κι έρχεται στο λαιμό.
     Λευκό στα χέρια και στους μηρούς και ουράνια τόξα, ελάχιστα, να βηματίζουν  τα τριαντατρία σκαλοπάτια, σα σε ξύλινη σκάλα μέχρι το πάνω πάτωμα.
      Να πάλι το γαλάζιο, απ’ τα βλέφαρα, ανασαίνει μέσα στους βολβούς με ευωδία και θρόισμα ευκαλύπτου και κάθεται αναπαυτικά μ΄ ένα  μειδίαμα παντού.
      Ήρθα γι αυτό.
      Δίχως φόβο, για έναν υπνάκο μεσημεριανό, μες τη χλιδή του θέρους.
       Ήρθα γι αυτό.
       Το σώμα αυτό , κατακαλόκαιρο ν΄ αφουγκρασθώ.
        Γι αυτό ήρθα.
        Για τη νωχέλεια ενός κορμιού, που τη νύχτα του και τη μέρα του, τις ένωσε στην έγχρωμη σιγή μιας αναμένουσας μεσημεριανής κλίνης.


                 Ιωάννης Ψάρρας- Νέα Κούταλη-Λήμνος- Καλοκαίρι 2000



ΔΙ ΑΝΑΘΕΣΕΩΣ


Ιωάννη Ψάρρα

Η ΑΝΑΘΕΣΗ
Στη Στέλλα

Μου ζητήθηκε να γράψω ένα διήγημα.
Σχεδόν μου ανατέθηκε.
Σκέφτομαι μήπως η τέχνη τελικά είναι μια υπόθεση ανάθεσης.
Ότι δίχως αυτή την παρότρυνση δεν θα υπήρχε.
Ακόμα και στη δυσκολότερη των περιπτώσεων , όταν το ίδιο το άτομο προτείνει στον εαυτό του κάτι, πάλι αναθέτει.
Μπορεί σ’ αυτό το ανα-θέτω να του λείπει ένα ξι μπροστά , δηλαδή να ξανα-θέτονται τα πράγματα εξ αρχής , να ξανα μπαίνει η ύπαρξη σε μια σειρά
 ( εκ νέου ) , να τα ξανα βλέπεις, να τα ξανα κους, να τα ξανα νοώθεις, ξανά και ξανά.
Μια αέναη επαναφορά, μια διαρκής επανάληψη, ένας κύκλος ανοιχτός εσαεί.
Σαν τις ίδιες διαδρομές που κάνει καθημερινά ο καθένας, σαν τα ρεφρέν των λαϊκών τραγουδιών, σαν τον ύπνο του σώματος.
Απολύτως τίποτε δεν συμβαίνει.
Η Επανάληψις μόνον.
Η μέχρις εξαντλήσεως επανάληψη.
Η Ηδονή του Ιδίου.

Με θυμάμαι δύτη στα Ψαρά.
Δεκέμβρη μήνα,βοριάς άγριος.
Έπρεπε οκτώ το πρωί να βουτάω- κάθε πρωί , κάθε οκτώ το πρωί.
Η μπίγα με την κουτάλα της είχε ρίξει τις πέτρες.
Η δουλειά μου ήτανε να κάνω τη στρώση.
Να παίρνω τις πέτρες μία-μία,να τις βάζω σε σειρά,σε τάξη , κάτω στο βυθό ,να τις κουβαλάω μεγάλες-μεγάλες και να τις στρώνω με έναν τέτοιο τρόπο ούτως ώστε οι επιφάνειες τους να είναι όσο το δυνατόν πιο αλφαδιασμένες , για να κάτσει μετά επάνω τους το μπλόκι και να μη γέρνει, να μη μπατέρνει.

Ένοιωθα κυριολεκτικά σα το Σίσυφο.
Μόνο που εγώ την πέτρα την κουβάλαγα στον πάτο του Αιγαίου και όχι σε βουνό.
Μου γλυστράγανε, φεύγανε, τις έπιανα ξανά και ξανά, και όσο κι αν λένε ότι ελαφρώνουνε τα πράγματα μέσα στο νερό ,εγώ είμαι πεπεισμένος για το αντίθετο.
Οι πέτρες αυτές ερχότανε με φορτηγά ,από φουρνέλα που βάζανε στα βουνά , ήτανε ακανόνιστες και τις έβαζα με το μάτι , ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ίσια η στρώση τους, ποτέ.

Ο δύτης-στα λιμενικά ειδικά- θα πρέπει κάποια στιγμή –εκεί στο κουβάλημα ,εκεί στα βαθειά και στον πάτο-πάτο, εξαίφνης ,να του αποκαλύφθηκε το μυστικό του φαινομένου του θανάτου και για να μην το πει στους θνητούς βγαίνοντας στην  επιφάνεια , οι θεοί τον όρκισαν στη σιωπή και στον ήχο της βαρβάρας, στο να κουβαλάει τις πέτρες μέσα στη θάλασσα για τη στρώση,να βάζει τις βάσεις για να φτιαχτούν λιμάνια,αλλά ποτέ και για τίποτα να μη το πει.
Κι όταν μετά όλα αυτά γίνουν,αυτός, έξω από το νερό στο ταβερνάκι του λιμανιού να βλέπει τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των πλοίων,τη χαρά και την αγωνία της προκυμαίας,τα πόδια που πάνω της βαδίζουν , πόδια που αυτός στερέωσε και με ένα τρυφερό συγκαταβατικό μειδίαμα, να ξέρει ότι ξέρει ότι δε γνωρίζουν ,να ξέρει ότι ξέρει ότι δε θα πει.

Οι δύτες ,οι βουτηχτάδες, όταν έχουν κι άλλο ένα βούτημα και βγουν μετά από 4-5 ώρες επάνω στην κουβέρτα ή στο σιδερένιο καμαράκι του γερανού , επειδή απαγορεύεται να φάνε , πίνουν πάντα σε ένα μικρό άσπρο φλυτζάνι λίγες γουλιές καφέ.

                                            Πικρό.

Έχουν άλλες τόσες ώρες , πολλές πέτρες ακόμα και μια στρώση να τελειώσουν.

20-4-2013/10.00/ΦΛΥΑ