Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

ΔΙ ΑΝΑΘΕΣΕΩΣ


Ιωάννη Ψάρρα

Η ΑΝΑΘΕΣΗ
Στη Στέλλα

Μου ζητήθηκε να γράψω ένα διήγημα.
Σχεδόν μου ανατέθηκε.
Σκέφτομαι μήπως η τέχνη τελικά είναι μια υπόθεση ανάθεσης.
Ότι δίχως αυτή την παρότρυνση δεν θα υπήρχε.
Ακόμα και στη δυσκολότερη των περιπτώσεων , όταν το ίδιο το άτομο προτείνει στον εαυτό του κάτι, πάλι αναθέτει.
Μπορεί σ’ αυτό το ανα-θέτω να του λείπει ένα ξι μπροστά , δηλαδή να ξανα-θέτονται τα πράγματα εξ αρχής , να ξανα μπαίνει η ύπαρξη σε μια σειρά
 ( εκ νέου ) , να τα ξανα βλέπεις, να τα ξανα κους, να τα ξανα νοώθεις, ξανά και ξανά.
Μια αέναη επαναφορά, μια διαρκής επανάληψη, ένας κύκλος ανοιχτός εσαεί.
Σαν τις ίδιες διαδρομές που κάνει καθημερινά ο καθένας, σαν τα ρεφρέν των λαϊκών τραγουδιών, σαν τον ύπνο του σώματος.
Απολύτως τίποτε δεν συμβαίνει.
Η Επανάληψις μόνον.
Η μέχρις εξαντλήσεως επανάληψη.
Η Ηδονή του Ιδίου.

Με θυμάμαι δύτη στα Ψαρά.
Δεκέμβρη μήνα,βοριάς άγριος.
Έπρεπε οκτώ το πρωί να βουτάω- κάθε πρωί , κάθε οκτώ το πρωί.
Η μπίγα με την κουτάλα της είχε ρίξει τις πέτρες.
Η δουλειά μου ήτανε να κάνω τη στρώση.
Να παίρνω τις πέτρες μία-μία,να τις βάζω σε σειρά,σε τάξη , κάτω στο βυθό ,να τις κουβαλάω μεγάλες-μεγάλες και να τις στρώνω με έναν τέτοιο τρόπο ούτως ώστε οι επιφάνειες τους να είναι όσο το δυνατόν πιο αλφαδιασμένες , για να κάτσει μετά επάνω τους το μπλόκι και να μη γέρνει, να μη μπατέρνει.

Ένοιωθα κυριολεκτικά σα το Σίσυφο.
Μόνο που εγώ την πέτρα την κουβάλαγα στον πάτο του Αιγαίου και όχι σε βουνό.
Μου γλυστράγανε, φεύγανε, τις έπιανα ξανά και ξανά, και όσο κι αν λένε ότι ελαφρώνουνε τα πράγματα μέσα στο νερό ,εγώ είμαι πεπεισμένος για το αντίθετο.
Οι πέτρες αυτές ερχότανε με φορτηγά ,από φουρνέλα που βάζανε στα βουνά , ήτανε ακανόνιστες και τις έβαζα με το μάτι , ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ίσια η στρώση τους, ποτέ.

Ο δύτης-στα λιμενικά ειδικά- θα πρέπει κάποια στιγμή –εκεί στο κουβάλημα ,εκεί στα βαθειά και στον πάτο-πάτο, εξαίφνης ,να του αποκαλύφθηκε το μυστικό του φαινομένου του θανάτου και για να μην το πει στους θνητούς βγαίνοντας στην  επιφάνεια , οι θεοί τον όρκισαν στη σιωπή και στον ήχο της βαρβάρας, στο να κουβαλάει τις πέτρες μέσα στη θάλασσα για τη στρώση,να βάζει τις βάσεις για να φτιαχτούν λιμάνια,αλλά ποτέ και για τίποτα να μη το πει.
Κι όταν μετά όλα αυτά γίνουν,αυτός, έξω από το νερό στο ταβερνάκι του λιμανιού να βλέπει τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των πλοίων,τη χαρά και την αγωνία της προκυμαίας,τα πόδια που πάνω της βαδίζουν , πόδια που αυτός στερέωσε και με ένα τρυφερό συγκαταβατικό μειδίαμα, να ξέρει ότι ξέρει ότι δε γνωρίζουν ,να ξέρει ότι ξέρει ότι δε θα πει.

Οι δύτες ,οι βουτηχτάδες, όταν έχουν κι άλλο ένα βούτημα και βγουν μετά από 4-5 ώρες επάνω στην κουβέρτα ή στο σιδερένιο καμαράκι του γερανού , επειδή απαγορεύεται να φάνε , πίνουν πάντα σε ένα μικρό άσπρο φλυτζάνι λίγες γουλιές καφέ.

                                            Πικρό.

Έχουν άλλες τόσες ώρες , πολλές πέτρες ακόμα και μια στρώση να τελειώσουν.

20-4-2013/10.00/ΦΛΥΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου