Του Ιωάννη Ψάρρα, 11 Μαίου 2014, Φλύα
Δεν χρειαζότανε να πάει
πουθενά.
Του αρκούσαν οι φωτογραφίες.
Ήταν ευγνώμων σ’ αυτή τη
τέχνη.
Παντού και από τον καθένα
πια.
Σκεφτότανε ότι ποτέ ο
πλανήτης δεν είχε απεικονισθεί τόσο πολύ και από τόσους πολλούς.
Σαν να μην υπήρχε μέρος που
να μην είχε φωτογραφηθεί.
Αυτό το λαϊκόν ανάγνωσμα που
είχε γίνει η φωτογραφία, στην αρχή τον ξένιζε πολύ.
Το απέρριπτε κιόλας.
Με τον καιρό, απομακρύνθηκε
από τη όποια αναφορά στην τέχνη και αρκέσθηκε, του άρεσε κιόλας, σ’αυτό το
ακατάσχετο, το ασυνάρτητο, αυτό το πολύ πολύ.
Και μια και δυό και τρεις
μηχανές σε κάθε σπίτι.
Και ένα και δύο και τρία
κινητά, παντός καιρού.
Χωρίς φιλμ, έτσι, χιλιάδες
εκκατομύρια, δισεκατομμύρια.
Όλα τα σώματα του κόσμου, σε
όλες τις στάσεις του κόσμου.
Όλες οι γωνιές της Γης.
Όλα τα DNA των κολεοπτέρων και
ζωυφίων.
Ασπρόμαυρος κόσμος, σε έγχρωμες απεικονίσεις.
Όλα πλέον είχαν ειδωθεί.
Όλα είχαν γίνει ιστορία, πριν τα γεγονότα.
Τάδαμε όλα και δεν προλάβαμε τίποτα.
Αναρτηθήκανε παντού.
Όλοι τα βλέπουν όλα.
Έβαλε τις τέσσερεις
τελευταίου τύπου μηχανές του στα τέσσερα
σημεία του ορίζοντα.
Τη μία σε ασπρόμαυρες λήψεις,
την άλλη σε έγχρωμες, την τρίτη σε κίνηση κινηματογραφική, την τέταρτη
κλειστή.
Κάθισε στο κέντρο γυμνός.
Με επιμέλεια χειρουργού,
εξόρυξε τους βολβούς των ματιών του.
Τους κράτησε στις παλάμες
του.
Άρχισε να απαγγέλλει αυτό που
ήξερε καλά:
Την ραψωδία Ω της Ιλιάδας.
Ένα κυανό του μεσονυκτίου
περιέλουσε το κρανίο.
Είδε μυριάδες μάτια , μέσα σε
φυσσαλίδες ιριδίζουσες, σαν αυτές που φτιάχνουνε τα παιδιά με το σαπουνόνερο,
να κοιτούν.
Είδε οφθαλμούς σαν χάντρες σε
κομπολόι να αναρριχώνται.
Είδε τη θλίψη των φωτογράφων.
Είδε τη συνισταμένη των
φωτογραφιών να κατακριμνήζεται στο κενό της.
Οίδε τη σιγή των εικόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου